Αίθουσα ΜΕΤΕΩΡΩΝ

SAMSUNG CSC

Στην αίθουσα των Μετεώρων εκτίθενται:

  • χαρακτικά και γκραβούρες περιηγητών που επεσκέφθησαν τα Μετέωρα κατά τον 18ον και 19ον αιώνα.
  • φωτογραφίες των Μετεώρων από τον φημισμένο Γάλλο φωτογράφο Boissonas και τους Βολιώτες φωτογράφους, Στέφανο και Νικόλαο Στουρνάρα,
  • παλιά ξενόγλωσσα περιοδικά που αναφέρονται στα Μετέωρα.

Χρησιμοποιώντας τις παλιές στερεοσκοπικές μηχανές που υπάρχουν o επισκέπτης μπορεί να δει τρισδιάστατα  παλιές φωτογραφίες των Μετεώρων.

Τα Μετέωρα είναι ένα σύμπλεγμα χιλίων περίπου μικρότερων ή μεγαλύτερων βράχων που υψώνονται έξω από την πόλη της Καλαμπάκας, κοντά στα Χάσια όρη και το όρος Κόζιακας. Λίγο πιο πέρα ο ποταμός Πηνειός αφήνει τα στενά της Πίνδου και εισβάλλει προς τη Θεσσαλική πεδιάδα. Στα νοτιοανατολικά φαίνεται ο ασβεστολιθικός βράχος της Θεόπετρας με το περίφημο σπήλαιο.

Μετέωρα επίσης ονομάζονται και τα μοναστήρια που από τον 14ο αιώνα άρχισαν να κτίζονται πάνω στους επιβλητικούς και απόκρημνους βράχους. Μέχρι τον 18ο αιώνα είχαν χτιστεί και είχαν (κατά καιρούς) δεχτεί μοναχούς πάνω από 40 μοναστήρια, σκήτες ή ασκητήρια. Σήμερα μοναχοί μονάζουν σε ορισμένα από αυτά (Μεγάλου Μετεώρου, Βαρλαάμ, Αγίου Στεφάνου, Ρουσάνου, Αγίας Τριάδας, Αγίου Νικολάου του Αναπαυσά, Αγίου Αντωνίου, Αγίων Θεοδώρων), ενώ τα υπόλοιπα έχουν ερημωθεί.

Το σύμπλεγμα των μετεωρίτικων μονών, το δεύτερο μετά το Άγιο Όρος σημαντικότερο μοναστικό συγκρότημα στην Ελλάδα, περιλαμβάνεται από το 1988 στον κατάλογο μνημείων παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO, ενώ το Νοέμβριο του 1995 με τον νόμο 2351/95 (ΦΕΚ Α’ 225) η περιοχή των Μετεώρων αναγνωρίστηκε ως ιερή, πράγμα που αποσκοπούσε «στην προστασία των μνημείων της περιοχής και των κειμηλίων που βρίσκονται σ’ αυτά καθώς και στη διασφάλιση του ιδιαίτερου θρησκευτικού της χαρακτήρα».

Από τη δεκαετία του 1960 άρχισαν σοβαρές οικοδομικές και αναστηλωτικές εργασίες στις μονές των Μετεώρων, που συνεχίζονται μέχρι σήμερα, υπό την επίβλεψη και βοήθεια της 19ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων.

Η ονομασία Μετέωρα είναι νεότερη και δεν αναφέρεται από τους αρχαίους συγγραφείς. Γύρω στα 1340 μ.Χ. ο άγιος Αθανάσιος ο Μετεωρίτης, κτίτορας της μονής Μεταμορφώσεως του Μεγάλου Μετεώρου, διάλεξε ως τόπο αναχώρησής του τον Πλατύ Λίθο ή Πλατύλιθο και τον ονόμασε Μετέωρον, ονομασία που έμελλε να καθιερωθεί και να γενικευθεί για το σύνολο των μετεωρίτικων βράχων και μοναστηριών. Η λέξη μετέωρος προέρχεται από τις λέξεις μετά + ἀείρω και σημαίνει αιωρούμενος, κρεμασμένος στο κενό, μεταξύ ουρανού και γης. Στο βίο του αγίου Αθανασίου του Μετεωρίτη βρίσκουμε και την ονομασία λιθόπολις, ενώ η αγιοστεφανίτισσα μοναχή Θεοτέκνη τα είχε αποκαλέσει «Το πέτρινο δάσος των Μετεώρων». Η πέτρινη πολιτεία των Μετεώρων έχει επίσης αποκληθεί από τον Léon Heuzey «Θηβαΐδα των Σταγών».

Κατά την Τριασική περίοδο, πριν από 200 περίπου εκατομμύρια χρόνια όλες οι ήπειροι ήταν ενωμένες σε μία υπερήπειρο, την Παγγαία, που βρεχόταν από τον Ωκεανό της Τηθύος.

Την εποχή αυτή ένα μεγάλο μέρος της κεντρικής και βόρειας Ελλάδας, από τη σημερινή Αλβανία και την πρώην Γιουγκοσλαβία μέχρι νότια στη Ναύπακτο και τη Λαμία, σκεπαζόταν από έναν ολόκληρο ωκεανό, τον λεγόμενο ωκεανό της Πίνδου.

Στο βυθό αυτού του ωκεανού βρίσκονταν τέσσερα υποθαλάσσια ηφαίστεια, τα οποία έμοιαζαν περισσότερο με ρήγματα, που είχαν στις παρυφές τους κρατήρες. Μετά από εκρήξεις των ηφαιστείων αυτών, αναδύθηκαν τα σημερινά βουνά του Κόζιακα, της Όθρυος, της Οίτης και του Καλλιδρόμου και ο ωκεανός της Πίνδου σταδιακά εξαφανίστηκε πριν από 84 εκατομμύρια χρόνια.

Κατά τη διάρκεια του Καινοζωικού Αιώνα και συγκεκριμένα από την Ηώκαινο (πριν από 34 εκατομμύρια χρόνια) μέχρι τη Μειόκαινο Εποχή (πριν από 5 εκατομμύρια χρόνια) δημιουργήθηκαν εξαιτίας έντονων τεκτονικών διεργασιών στον ελληνικό χώρο τρεις αύλακες-τάφροι, τρία δηλαδή επιμήκη αυλακοειδή βυθίσματα: του Έβρου, του Αξιού και η Μεσοελληνική, που πληρώθηκαν με μολασικά ιζήματα. Η σπουδαιότερη από τις αύλακες αυτές ήταν η Μεσοελληνική αύλακα, με μήκος 160 χιλιόμετρα, πλάτος 60 χιλιόμετρα και διεύθυνση ανάπτυξης από βορειοδυτικά προς νοτιοανατολικά. Άρχιζε από την περιοχή της Αλβανίας και επεκτεινόταν προς νότο στις περιοχές Καστοριάς, Γρεβενών και Καλαμπάκας. Ήταν σημαντικού πάχους με γενικά χαρακτηριστικά θαλάσσιας και ποταμοχειμάρριας φάσεως.

Στην αύλακα αυτή είχαμε κατά την Κατώτερη Μειόκαινο Εποχή (πριν από 25-18 εκατομμύρια έτη) την απόθεση υλικών, δελταϊκών, κροκαλοπαγών, ψαμμιτών και μαργών, σε πάχος περίπου τριών έως πέντε χιλιομέτρων. Το σύνολο των υλικών αυτών, τα οποία αποτέθηκαν σε θαλάσσιο, ποτάμιο, λιμναίο ή τελματικό περιβάλλον προς το τέλος της ορογενετικής διαδικασίας είναι γνωστά με το γεωλογικό όρο «μολάσα».3 Από το υλικό αυτό δημιουργήθηκαν οι μετεωρίτικοι βράχοι.

Στην περιοχή που σήμερα βρίσκονται τα Μετέωρα, σύμφωνα με την επικρατέστερη θεωρία του γερμανού γεωλόγου-γεωγράφου Alfred Philippson, σχηματιζόταν το δέλτα ενός ποταμού (Πηνειού) που κατέβαινε από τη Δυτική Μακεδονία, μεταφέροντας φερτά υλικά και αποθέτοντάς τα στο σημείο αυτό, όπου ξεκινούσε μια μεγάλη λίμνη, που κάλυπτε με το νερό της όλη τη Θεσσαλία. Όταν μετά από τεκτονικές διεργασίες άνοιξε μια δίοδος στα Τέμπη και άρχισε το νερό της λίμνης να χύνεται στο Αιγαίο Πέλαγος, αποκαλύφθηκαν στην περιοχή των Μετεώρων μεγάλοι λόφοι που είχαν σχηματιστεί από τα φερτά υλικά.

Στη συνέχεια, λόγω της συνεχιζόμενης τεκτονικής δραστηριότητας παρατηρήθηκε βύθιση του πυθμένα της λεκάνης (σημερινή πεδιάδα Θεσσαλίας) σε συνδυασμό με τη διάβρωση των παρακείμενων λόφων, κυρίως εξαιτίας τρεχούμενων υδάτων και δευτερευόντως λόγω της αιολικής επιρροής. «Η αιολική διάβρωση διαδραμάτισε δευτερεύοντα ρόλο στη σημερινή μορφολογία των Μετεώρων. Συντέλεσε όμως στην δημιουργία σπηλαιωδών σχηματισμών, λόγω στροβιλισμού των διαφόρων υλικών εντός αυτών, με τη δράση του ανέμου.»

Έτσι προέκυψαν τα βράχια των Μετεώρων, που αποτελούνται από συμπαγείς σχηματισμούς κροκαλών (κροκαλοπαγή) και ψαμμιτών ποτάμιας προέλευσης, οργανωμένων σε επάλληλα στρώματα με κλίση από βορρά προς νότο, που έχουν συγκολληθεί με τη βοήθεια του ανθρακικού ασβεστίου και παρουσιάζονται συμπαγή και συνεκτικά. Από μακριά ξεχωρίζουν ως παράλληλες γραμμώσεις στις πλευρές των βράχων.

«Η φυσική ιστορία των βράχων των Μετεώρων είναι τόσο ενδιαφέρουσα για τον ορυκτολόγο, όσο και το γραφικό σκηνικό για τον ζωγράφο. Αποτελούνται αποκλειστικά από κροκάλες, τα συστατικά θραύσματα των οποίων είναι στο μεγαλύτερο ποσοστό μικρά και φαίνεται πως ανήκουν στην κατηγορία των πρωτογενών βράχων. Εξετάζοντας τα θραύσματα αυτά, βρήκα ανάμεσά τους γρανίτη, κόκκινο και άσπρο άστριο, γνεύσιους, μαρμαρυγιακό σχιστόλιθο, χλωριτικό σχιστόλιθο, σιενίτη, κρυστάλλους χαλαζία κ.λπ., τα περισσότερα από τα οποία δείχνουν να έχουν διαβρωθεί από νερό ή με κάποιον άλλο τρόπο. Η βάση των κροκαλών φαίνεται πως είναι τα ίδια θραύσματα σε πιο θρυμματισμένη μορφή, ενώ ο βράχος στην γενική του μορφή έχει σκούρα γκρι απόχρωση σιδήρου».

Ιστορικά στοιχεία (Αρχαίες μαρτυρίες)

Και οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς συμφωνούν με τις παραπάνω απόψεις για τη δημιουργία του γεωτοπίου των Μετεώρων. Ο Ηρόδοτος (7, 129) αναφέρει πως η Θεσσαλία παλιά ήταν λίμνη, κλεισμένη γύρω γύρω από ψηλά βουνά, στην οποία είχαν τις εκβολές τους πέντε ποταμοί. Μετά από κάποιον σεισμό, ανοίχθηκε μια δίοδος, και το νερό της λίμνης χύθηκε στη θάλασσα.

Παρόμοιες απόψεις παραδίδει και ο Στράβωνας (9, 5, 2). Αναφέρει ότι η «ἐριβῶλαξ» (=εύφορη) θεσσαλική χώρα παλιά ήταν μια εκτεταμένη λίμνη με υψηλές βραχώδεις ακτές κι ότι μετά από σεισμό άνοιξε κάποιο ρήγμα στα Τέμπη κι ο Πηνειός χύθηκε στη θάλασσα, μετατρέποντας έτσι τη λίμνη σε εύφορη πεδιάδα.

Ανάμνηση των συγκλονιστικών γεωλογικών μεταβολών που θα έγιναν στη Θεσσαλία, και εξαιτίας των οποίων σχηματίστηκαν και οι βράχοι των Μετεώρων, έχουμε στους μύθους της γιγαντομαχίαςκαθώς και στο γεγονός ότι ο Ποσειδών, που κατά τον Πίνδαρο στη Θεσσαλία λεγόταν πετραῖος, είχε την έδρα του στην κοιλάδα των Τεμπών.

(Αλφαβητική σειρά)

  1. Василий Григорович Барский
  2. Jacob Jonas Björnståhl
  3. Fred Boissonnas
  4. Marie-Anne de Bovet
  5. Evliya Çelebi / اوليا چلبي
  6. Charles Robert Cockerell
  7. Robert Curzon
  8. Adolphe-Napoléon Didron (Ainé)
  9. Louis Dupré
  10. Edward Everett
  11. Léon Heuzey
  12. Henry Holland
  13. Burton Holmes
  14. Thomas Smart Hughes
  15. William Μartin Leake
  16. Edward Lear
  17. Josseph Mellot
  18. Paul Monceaux
  19. Alfred Philippson
  20. François Pouqueville
  21. Ernst Reisinger
  22. Rüdiger Schneider Berrenberg
  23. Amand Freiherr von Schweiger-Lerchenfeld
  24. Otto Magnus Baron de Stackelberg
  25. Adolf Fredrik Sturtzenbecker
  26. Henry Fanshawe Tozer
  27. Jacques Jean-Marie François Boudin,comte de Tromelin
  28. David Urquhart
  29. Johan Louis Ussing
  30. Eugène-Melchior de Vogüé
  31. Christopher Wordsworth
  32. Порфирий Успенский
  33. Ζωσιμάς Εσφιγμενίτης

.

(Χρονολογική σειρά)

  1. 1668, Evliya Çelebi / اوليا چلبي
  2. 1745, Василий Григорович Барский
  3. 1779, Jacob Jonas Björnståhl
  4. 1784, Adolf Fredrik Sturtzenbecker
  5. 1801, François Pouqueville
  6. 1805, William Μartin Leake
  7. 1807, Jacques Jean-Marie François Boudin, comte de Tromelin
  8. 1812, Otto Magnus Baron de Stackelberg
  9. 1813, Henry Holland
  10. 1814, Charles Robert Cockerell
  11. 1814, Thomas Smart Hughes
  12. 1819, Louis Dupré
  13. 1819, Edward Everett
  14. 1830, David Urquhart
  15. 1832, Christopher Wordsworth
  16. 1834, Robert Curzon
  17. 1839, Adolphe-Napoléon Didron (Ainé)
  18. 1846, Johan Louis Ussing
  19. 1849, Edward Lear
  20. 1858, Léon Heuzey
  21. 1859, Порфирий Успенский
  22. 1869, Henry Fanshawe Tozer
  23. 1875, Amand Freiherr von Schweiger-Lerchenfeld
  24. 1875, Eugène-Melchior de Vogüé
  25. 1887, Paul Monceaux
  26. 1887, Ζωσιμάς Εσφιγμενίτης
  27. 1893, Alfred Philippson
  28. 1896, Marie-Anne de Bovet
  29. 1897, Rüdiger Schneider Berrenberg
  30. 190?, Burton Holmes
  31. 1903, Fred Boissonnas
  32. 1910, Ernst Reisinger
  33. 1913, Josseph Mellot